Region: Κεντρική Μακεδονία

The River / Voicing Water

Η έκθεση προσεγγίζει την έννοια της σύγκρουσης μέσω της μεταμορφωτικής δύναμης του νερού. Σημειώνοντας την δυναμική της ενοποιητικής του δράσης συνδέει δύο πόλεις, την Θεσσαλονίκη και την Ρώμη ενώ παράλληλα προσκαλεί τους επισκέπτες σε μία συμπερίληψη αισθήσεων. 

The River ένα ψηφιδωτό μεγάλης κλίμακας της Χριστίνας Νάκου παρουσιάζεται μέσα σε ένα ηχητικό περιβάλλον. Το έργο εμπνέεται από τα ρωμαϊκά ψηφιδωτά δάπεδα του Αρχαιολογικού Μουσείου και επιχειρεί μέσω της παραδοσιακής αυτής τέχνης, να αναδείξει την χειρωναξία ως εμπειρία βιωμένου χρόνου, τον ήχο ως δονούμενο αποτύπωμα της διαδικασίας και την σημασία της αφής στην σύνδεσή μας με τον φυσικό κόσμο και τους συνανθρώπους μας. 

Η έκθεση εγκαινιάζεται με δύο performances της Άννας Παγκάλου με τίτλο Voicing Water που εκφράζουν την μυθολογία του νερού, δίνοντας φωνή στο τώρα. Οι μυθολογικές αφηγήσεις των σιντριβανιών συνδέονται με την υδραυλική τεχνολογία, τη συμβολή της στην δημιουργία μουσικών οργάνων και τη φυσική ροή του νερού.

Ο Λούκυ Λουκ φοβάται

Η παράσταση Ο Λούκυ Λουκ φοβάται, σε κείμενο και σκηνοθεσία των Ταξιάρχη Δεληγιάννη και Βασίλη Τσιουβάρα, περιλαμβάνει τη φόρμα του μιούζικαλ, ώστε, με στίχους και μουσική, να δοθεί χρώμα και ποιητική αμεσότητα στην εσωτερική διαμάχη του ήρωα.

Η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: Ο Ανδρέας (19 ετών) και η Αντιγόνη (17 ετών) διατηρούν διαδικτυακή σχέση με ψευδώνυμα (Λούκυ και Μπέτυ), χωρίς να ανταλλάξουν ονόματα, ούτε φωτογραφίες. Ο Ανδρέας βρίσκεται σε μια έντονη εσωτερική σύγκρουση ανάμεσα στον αληθινό, ευαίσθητο εαυτό του, που παρουσιάζει μόνο στο διαδίκτυο, και στην εικόνα του ατίθασου, σκληρού αγοριού, που δείχνει στον έξω κόσμο. Ο έρωτάς του για την Αντιγόνη σταδιακά τον ελευθερώνει από τους φόβους του και την εξάρτησή του από τον τζόγο και τον βοηθά να φανερώσει ποιος είναι πραγματικά. Σαν την Άλκηστη του αρχαίου μύθου, ο Ανδρέας «επιστρέφει» στον έξω κόσμο, αφήνοντας τον εικονικό κόσμο, στον οποίο μέχρι τότε είχε αφεθεί.

Τρεις μαχαλάδες κι ένα παζάρι

Τρεις μαχαλάδες βρίσκονται σε τρεις άκρες ενός χωριού, μακριά ο ένας από τον άλλο. Έχει ο καθένας την πλατεία του, τα μαγαζιά του, τα μνήματά του, τα πανηγύρια του, που φυσικά του κάθε μαχαλά είναι τα καλύτερα από των άλλων! Και φροντίζουν να το ξέρουν οι υπόλοιποι… Μια τραγουδίστρια σε ένα δυστοπικό χωριό συνοδεύεται από βιντεοπροβολές και απόκοσμους ή εντελώς χειροπιαστούς ήχους σε ένα κάλεσμα εξερεύνησης τριών κοινοτήτων, μέσα σε ένα τζαμί. Τραγούδια και εικόνες που συναντιούνται για να συγκρουστούν, να παλέψουν και να αφήσουν τα κομμάτια τους. Η τραγουδίστρια συλλέγει ό,τι απέμεινε για να δημιουργήσει έναν νέο, ενιαίο σύγχρονο τόπο, που κανείς δεν ξέρει αν θα αντέξει στον χρόνο. Τελικά οι μαχαλάδες είναι μεταξύ τους όσο διαφορετικοί νόμιζαν; 

Μια φωτεινή ελεγεία για την Ανθούλα Σταθοπούλου

Στην παράσταση Μια φωτεινή ελεγεία για την Ανθούλα Σταθοπούλου, μια ποιήτρια ακροβατεί στα όρια της ζωής και του θανάτου και, καθώς η ζωή της τελειώνει, προσπαθεί να κρατηθεί από τις λέξεις, αυτές που υπηρέτησε. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Γιάννη Σολδάτου και της Έφης Βενιανάκη βασίζεται στην επεξεργασία και τον ιδιαίτερο τονισμό της κάθε λέξης. Οι λέξεις μετατρέπονται σε «σκηνικά αντικείμενα» και εκφέρονται με ιδιαίτερη έμφαση, χωρίς να γίνονται μανιέρα. Τα ζητήματα της υπαρξιακής αγωνίας του ανθρώπου, η φθορά και ο θάνατος στο ποιητικό σύμπαν του έργου δεν παύουν να έχουν τολμηρή επικαιρότητα, αφού και η εποχή μας δοκιμάζεται στα ίδια διαχρονικά ζητήματα.


Η Ανθούλα Σταθοπούλου σε ηλικία 27 ετών, την άνοιξη του 1935, φεύγει από τη ζωή αφήνοντας σημαντικό ποιητικό έργο. Στην έκθεση που συνοδεύει την παράσταση το σήμερα συνδέεται με το χθες, διαμέσου φωτογραφικών τεκμηρίων από εγκαταλειμμένα σανατόρια, όχι σαν ρεαλιστικό γράφημα αλλά ως εικαστική ιστοριογραφία. Η ιδιαιτερότητα της ταυτότητάς τους τα μεταγράφει στα περίπλοκα μονοπάτια που ανοίγει η μνήμη στη μυθογραφία του εικοστού αιώνα.